Το Εργαστήρι Τσαμπούνας

Το Εργαστήρι

Στο εργαστήριο La Ponta κατασκευάζεται το κατεξοχήν παραδοσιακό πνευστό μουσικό όργανο του Αιγαίου η Τσαμπούνα.

Η μέθοδος κατασκευής και επεξεργασίας ακολουθεί τις διάφορες παραδοσιακές τεχνικές,δίνοντας μεγάλη έμφαση στη ποιότητα  του ήχου, στη σταθερότητα του τονικού ύψους και στην αισθητική εμφάνιση.

Επίσης στο εργαστήριο La Ponta κατασκευάζονται  αυλοί με μονά επικρουστικά γλωσσίδια (μονοτσάμπουνα ή μαντούρες), διάφοροι Δίαυλοι, καθώς και το παραδοσιακό κρουστό των Κυκλάδων Ντουμπάκι σε διάφορα μεγέθη.

Ήχοι Τσαμπούνας.

Η Τσαμπούνα

bagpipes

Η τσαμπούνα είναι ένα είδος ασκαύλου (bag-pipe: ασκός + αυλός), δηλαδή ένα από τα όργανα όπου ο μουσικός δε φυσάει απευθείας στον αυλό αλλά σε μια αποθήκη αέρα. Είναι ένα λαϊκό πνευστό μουσικό όργανο που χρησιμοποιείται από πολύ παλιά στην παραδοσιακή μουσική των νησιών του Αγαίου. Μέσα στον 21ο αιώνα αρχίζει να έχει, παράλληλα, και μια νέα ζωή έξω από τους χώρους τόσο της δημοτικής παράδοσης όσο και του φολκλόρ.

Η Τσαμπούνα - οργανολογικά στοιχεία

Η τσαμπούνα έχει δύο μικρούς ισομήκεις αυλούς από καλάμι, τοποθετημένους παράλληλα ώστε να παίζονται σαν ένας, κουρδισμένους σε ταυτοφωνία. Οι τρύπες είναι άλλοτε ίδιες στους δύο (5+5) και άλλοτε διαφορετικές (5+3, 5+1). Οι αυλοί στερεώνονται μέσα σ' έναν ξύλινο ή καλαμένιο σωλήνα που απολήγει σε «καμπάνα», συνήθως από φυσικό κέρατο. Στο πάνω άκρο τους, που μένει κρυμμένο, έχουν από ένα μονό γλωσσίδι.

Ο ασκός έχει δύο ανοίγματα. Στο ένα προσαρμόζεται το επιστόμιο απ' όπου φυσά ο μουσικός για να τον φουσκώσει. Στο άλλο προσαρμόζεται το σύστημα με τους αυλούς. Ο αέρας περνά μέσα από τα γλωσσίδια δίνοντάς τους την παλμική κίνηση που δημιουργεί τον ήχο.

Χρήση της τσαμπούνας

Το ρεπερτόριο της τσαμπούνας ως δημοτικού οργάνου είναι οι ιδιαίτεροι λαϊκοί χοροί του κάθε νησιού, τοπικά τραγούδια, και η μουσική που χρησιμοποιείται τελετουργικά σε ορισμένα έθιμα από τον κύκλο του χρόνου (12ήμερο Χριστουγέννων, Απόκριες). Ενώ παλιότερα πρωταγωνιστούσε σε όλες τις εθιμικές εκδηλώσεις των χωριών, γάμους, πανηγύρια κλπ., τις τελευταίες δεκαετίες η παραδοσιακή τσαμπούνα ακούγεται κυρίως σε μικρές παρέες και σε ανεπίσημα γλέντια, μακριά από τους κεντρικούς δημόσιους χώρους, και μάλιστα σχεδόν πάντα σε μικρά και απομακρυσμένα μέρη (ορεινά χωριά, νησιά της «άγονης γραμμής»).

Έτσι, στους μικρούς και σχετικά «κρυφούς» πυρήνες όπου διατηρούνται ακόμη οι παλιές μουσικές πρακτικές, η τσαμπούνα συμπυκνώνει και εκφράζει όλη τη συλλογική ταυτότητα της κάθε κοινότητας. Τα τραγούδια και οι χοροί δεν είναι απλή διασκέδαση, είναι κοινή μνήμη και ομαδική αναδημιουργία, είναι διάλογος του παρόντος με το παρελθόν και του ενός με την ομάδα. Εκεί, ο τσαμπουνιέρης δεν ανεβαίνει ποτέ στην εξέδρα, ούτε ο τραγουδιστής στο μικρόφωνο. Τη διάρκεια και τα λόγια του κάθε κομματιού τα αποφασίζει στην πράξη η παρέα. Οι χιλιοτραγουδισμένοι πατροπαράδοτοι σκοποί αποδίδονται κάθε φορά με μοναδικό, καινούργιο και ανεπανάληπτο τρόπο, μακριά από κάθε έννοια τυποποίησης, χάρη στην αυτοσχεδιαστική διάθεση όχι των μουσικών αλλά όλων μαζί των συμμετεχόντων.

Κατασκευή του οργάνου

Η τσαμπούνα αποτελείται εξ ολοκλήρου από φυσικά υλικά με τη μικρότερη δυνατή κατεργασία. Ο ασκός είναι το δέρμα ενός ολόκληρου κατσικιού, οι αυλοί είναι από φυσικό καλάμι, το επιστόμιο για το φούσκωμα καλάμι ή κόκκαλο, η «καμπάνα» (αντηχείο) ένα ολόκληρο κέρατο αγελάδας. Οι κολλήσεις γίνονται με φυσικό μελισσοκέρι, τα δεσίματα με σπάγκο ή πέτσινες λωρίδες. Το κούρδισμα ρυθμίζεται με μια κλωστή ή τρίχα στο καλαμένιο γλωσσίδι ή με ένα άχυρο μέσα στον αυλό.

Κατά παράδοση, η τσαμπούνα φτιάχνεται συνήθως από τον ίδιο τον οργανοπαίχτη. Όπως το παίξιμο, έτσι και η κατασκευή μαθαίνεται εμπειρικά, χωρίς θεωρία και οργανωμένο σύστημα εκμάθησης. Τα μυστικά της τέχνης, διαφορετικά από νησί σε νησί, μεταδίδονται προφορικά ή με τη μέθοδο του «κλεψίματος». Όλα τα υλικά, όπως και τα λιγοστά εργαλεία που χρειάζεται, ο κατασκευαστής τα βρίσκει εύκολα γύρω του, είτε στη φύση είτε μέσα στο παλιό, παραδοσιακό νοικοκυριό.

Γεωγραφική διάδοση

Η τσαμπούνα παίζεται σήμερα στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, σε ορισμένα από τα Δωδεκάνησα, στο Βόρειο Αιγαίο (Σάμος, Ικαρία, Χίος) και στην Κρήτη. Σε καθένα από αυτά τα μέρη η τσαμπούνα έχει και από κάποιες μικροδιαφορές, έτσι ώστε τελικά κάθε νησί να έχει τη δική του ξεχωριστή τσαμπούνα. Εκτός από τους νησιώτες, τσαμπούνα παίζουν επίσης οι Πόντιοι της Αττικής και της Μακεδονίας-Θράκης. Στο πλαίσιο της αναβίωσης, σήμερα παίζεται και από λίγους νέους μουσικούς που δεν κατάγονται από τα παραπάνω μέρη και μπορεί να κατοικούν οπουδήποτε (κυρίως στην Αθήνα).

Παραλλαγές του ίδιου οργάνου βρίσκονται και σε πολλούς λαούς εκτός Ελλάδας: τσαμπούνες παίζουν και οι Λαζοί του Πόντου στην Τουρκία, καθώς και στις αραβικές χώρες της βόρειας Αφρικής, στην Αραβική χερσόνησο και τον Περσικό κόλπο, στη Γεωργία και στη Μάλτα.

Δεν πρέπει να συγχέουμε την τσαμπούνα με κάθε όργανο που έχει ασκό. Υπάρχει πολύ μεγάλη ποικιλία πνευστών οργάνων με ασκό που όμως δεν είναι τσαμπούνες, που θα τη συναντήσουμε σε όλη την Ευρώπη από τα βρετανικά νησιά και την Ισπανία μέχρι τα Βαλκάνια. Ανάμεσά τους η γκάιντα που παίζουν οι γηγενείς (όχι πρόσφυγες) της Μακεδονίας και της Θράκης.

Ιστορία της τσαμπούνας

Η τσαμπούνα ανήκει στην ομάδα των ασκαύλων. Άσκαυλος είναι κάθε όργανο που αποτελείται από έναν ασκό και έναν ή περισσότερους αυλούς. Οι αυλοί έχουν τόση ποικιλία όση και τα απλά πνευστά χωρίς ασκό, και ο καθένας τους έχει τη δική του ιστορία. Κάποιοι από αυτούς υπήρχαν πριν την επινόηση του ασκού και κάποια στιγμή συνδυάστηκαν μαζί του, ενώ άλλοι διαμορφώθηκαν εξαρχής σε μορφή ασκαύλου.

Η τσαμπούνα ως αυτοτελές όργανο δεν έχει δική της ιστορία. Οι αυλοί της ανήκουν σ' ένα από τα αρχαιότερα είδη πνευστών, που εντοπίζονται πριν από πολλές χιλιετίες στους πρώτους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητας (Μεσοποταμία, Αίγυπτος, και αρκετά αργότερα στην Ελλάδα). Ο ασκός εντοπίζεται στην Ελλάδα για πρώτη φορά κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, και θεωρείται ότι πρέπει να ήρθε ως δάνειο από ανατολικά. Δεν είναι όμως γνωστό αν χρησιμοποιήθηκε για την τσαμπούνα ή για κάποιο άλλο είδος ασκαύλου.

Η τσαμπούνα στη σημερινή της μορφή δε μνημονεύεται σε μαρτυρίες παλιότερες από τον 15ο αιώνα: η καθαρά λαϊκή, αγροτική χρήση της δεν παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους συγγραφείς, από τους οποίους γνωρίζουμε πολλά για την υψηλή καλλιτεχνική ή θρησκευτική μουσική των περασμένων αιώνων αλλά ελάχιστα για τα πανηγύρια των χωριών. Έτσι, ο τόπος και ο χρόνος όπου πρωτοεμφανίζεται η συγκεκριμένη μορφή οργάνου χάνονται μέσα στην άγραφη ιστορία των πολιτισμών.

Η σύγχρονη αναβίωση

Μέσα στον 21ο αιώνα παρατηρείται ανανέωση του ενδιαφέροντος για την τσαμπούνα και ένας νέος προσανατολισμός της. Παρόλο που οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε η παράδοσή της έχουν αλλάξει, μια νέα παράδοση αρχίζει να δημιουργείται μέσα στις σημερινές συνθήκες. Νέοι μουσικοί, νέο ακροατήριο, νέοι όροι ακρόασης, νέο ρεπερτόριο μαζί με το παλιό και κυρίως νέα μηνύματα, ή παλιά αλλά πάντα επίκαιρα, δημιουργούν το πλαίσιο όπου ένα παλαιό όργανο εξακολουθεί να επιβιώνει και μάλιστα να κερδίζει δημοτικότητα. Η νέα αυτή παράδοση συμβαδίζει με την παλιά −που δεν έχει σβήσει−, εμπνέεται από αυτήν, παράλληλα όμως αποδεσμεύεται από τον στενά τοπικό χαρακτήρα της, μετατρέποντας τη μουσική της τσαμπούνας από σύνολο τοπικών διαλέκτων σε κοινή γλώσσα.  

 

Περικλής Σχινάς


Ο Οργανοποιός

the maker

Μεγάλωσα στα Γρεβενά, σε οικογένεια μουσικών, παίζοντας πνευστά, παραδοσιακά και σύγχρονα.

Το πρώτο θρόισμα από ήχο τσαμπούνας το ένιωσα όταν, παιδί ακόμα, άκουσα φευγαλέα το ηχόχρωμά της σε μια εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης, Αυτό ήταν αρκετό για να συνδέσει στο νου μου αυτόν τον εκστατικό, διονυσιακό ήχο με την κουλτούρα του Αιγαίου, ως συνώνυμο της θάλασσας, του ουρανού και των ανθρώπων του.

Το 2005 η στροφή του ενδιαφέροντός μου προς την παραδοσιακή μουσική της πατρίδας μου ήταν πλέον ξεκάθαρη. Αναζήτησα υλικό παραδοσιακής μουσικής με πρωταγωνίστρια την τσαμπούνα. Στο άκουσμα της φωνής της η εντύπωση της παιδικής μου ηλικίας αναδύθηκε ως ανάμνηση με την ίδια ένταση, προβάλλοντας την κρυστάλλινη ποιότητα και την εκφραστική δύναμη του οργάνου. Η κατάκτηση της τεχνικής του γίνεται πλέον πρώτιστος στόχος της ζωής μου. Η πυξίδα έδειχνε τη Νάξο, με τους ξακουστούς οργανοπαίχτες και κατασκευαστές της, θεματοφύλακες της τεχνικής και των μυστικών της.
Για τρεις μήνες, αυθεντικοί λαϊκοί οργανοπαίχτες μου διδάξαν παραδοσιακούς αιγαιοπελαγίτικους δρόμους και ρυθμούς. Έμπειροι κατασκευαστές με μύησαν στους τρόπους κατασκευής του οργάνου. Τους επόμενους μήνες η εκπαίδευσή μου συνεχίστηκε στην Πάρο, τη Σύρο και τη Μύκονο.

Το καλοκαίρι του 2006 κατέληξα στη Σαντορίνη, όπου άρχισα να ερευνώ την παράδοση του νησιού σε σχέση με την τσαμπούνα. Σύντομα διαπίστωσα οτι ελάχιστος κόσμος γνώριζε για τη τσαμπούνα. Οι περισσότεροι μου είπαν ότι είχαν να την ακούσουν από παιδιά. Κάποιοι θυμόταν ονόματα παλιών τσαμπουνιέρηδων του νησιού. Πολυτιμότερη ωστόσο πληροφορία από όλες όσες που συνέλεξα, αποδείχτηκε αυτή που έδινε στοιχεία για τον Βαγγέλη Μαρκουλή, τον τελευταίο εν ζωή τσαμπουνιέρη της Σαντορίνης, που ζει στην περιοχή της Οίας.

Πήγα να τον συναντήσω με πρωτοφανή λαχτάρα και αγωνία... Μου έπαιξε σαντορινιούς σκοπούς και μου χάρισε μια τσαμπούνα που ανήκε σε θείο του με χρονολογία κατασκευής πριν από την κατοχή!

Από το 2006 έως σήμερα έχω ανακαλύψει πολύτιμους θησαυρούς που κρύβει η Θηραϊκή γη. Τραγούδια, παλιές ηχογραφήσεις και μουσικά όργανα. Το πιο παλιό είναι μια λύρα του 1864!

Γιάννης Πανταζής

La Ponta, Venetian Tower
Greek Bagpipe, Exhibition ~ Workshop
Castle of Akrotiri, P.O. Box 1158
Akrotiri, Santorini, Greece 84700
Tel. 0030 22860 85374
email:info@laponta.gr

© 2012-2017 La Ponta. designed & developed by
lettinGo